«La Τerreur n' est autre chose que la justice
prompte, severe, inflexible»
 
 
Φρανσουά Ανριό  (Hanriot Francois ή «Henrio», Nanterre, 3 Δεκεμβρίου 1761 – Παρίσι, 28 Ιουλίου 1794). 

ΠΓάλλος «Ιακωβίνος» επαναστάτης, πρώην δημόσιος υπάλληλος, καταγόμενος από μία αγροτική οικογένεια του χωριού τότε της Ναντέρ, υιός του Πιέρ Ανριό (Edme - Pierre Hanriot) και της Μαργαρίτας Νταβουάν (Marguerite Davoine), που κατά την παιδική ηλικία του Ανριό εγκατέλειψαν την καλλιέργεια της γης και έκτοτε εργάστηκαν ως υπηρετικό προσωπικό, στο εξοχικό σπίτι του κοινοβουλευτικού αξιωματούχου Μ. Φορμέ (Μ. Formey, ή Form?).

Ο τελευταίος, όταν διαπίστωσε την ευστροφία του μικρού Φρανσουά, που επίσης εργαζόταν ως υπηρετικό προσωπικό, τον έστειλε με έξοδά του στο σχολείο, όπου ο μικρός αποδείχθηκε εξαίρετος και επιμελέστατος μαθητής και μετά την ενηλικίωσή του εργάστηκε για κάποιους μήνες στο Παρίσι, στην υπηρεσία του ευεργέτη του. Μετά από μία λογομαχία όμως, ο Ανριό έχασε την εύνοια του εργοδότη του, απολύθηκε από την εργασία του και βρέθηκε φτωχός και άνεργος τους δρόμους του Παρισιού. Για να επιβιώσει, εργάσθηκε ως πωλητής κρασιού και εν συνεχεία ως πλανόδιος πωλητής ενδυμάτων, ενώ ασχολήθηκε επαγγελματικά και με την μουσική και το τραγούδι, μέχρι που τελικά εξασφάλισε μία καλή εργασία, ως δημόσιος υπάλληλος («commis a l’octroi», «υπεύθυνος τροφοδοσίας») με δικό του γραφείο και πολύ καλό μισθό. Η καλοπληρωμένη εργασία του, τού επέτεψε πολύ σύντομα να αγοράσει ιδιόκτητο σπίτι, αρχικά στην οδό Μπατουάρ (Battoir) και εν συνεχεία στην οδό De la Clef (Ντε Λα Κλέ).

Όταν όμως στις 13 Ιουλίου 1789 ο λαός εισέβαλε κατά την διάρκεια ταραχών στις αποθήκες που ο ίδιος παρακολουθούσε, σε αναζήτηση ψωμιού, ο Ανριό όχι απλώς προσχώρησε στους εξεγερμένους, αλλά επιπροσθέτως έβαλε φωτιά στο ίδιο του το γραφείο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να συλληφθεί και να φυλακισθεί στην φυλακή Μπισέτρ (Bicetre), όπου μάλιστα τον μαστίγωσαν και τον σημάδεψαν με πυρακτωμένο σίδερο.

Ο Ανριό έμεινε φυλακισμένος μέχρι το 1791 και απελευθερώθηκε μόνο μετά από μία επίμονη εκστρατεία του επαναστάτη Ζαν Πωλ Μαρά (Jean-Paul Marat, 1743 – 1793) για την άμεση αποφυλάκισή του, μέσα από τις σελίδες της θρυλικής εφημερίδας «Ο Φίλος του Λαού» («L’Ami du Peuple»), όπου η πράξη του Ανριό προβαλλόταν ως «φιλοδίκαιη» και «πατριωτική». Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, ο Ανριό προσχώρησε στους αντιμοναρχικούς επαναστατικούς κύκλους, εργάσθηκε με ζήλο ως λαϊκός οργανωτής και ομιλητής σε πολιτικές συγκεντρώσεις και έγινε εξαιρετικά αγαπητός στον λαό. Λίγες εβδομάδες αργότερα τον βρίσκουμε στην Γραμματεία της «Λέσχης των Ιακωβίνων» του τομέα στον οποίο κατοικούσε (Jardin des Plantes), και του οποίου εισηγήθηκε και πέτυχε την μετονομασία σε τομέα «των Αβράκωτων» («Sans-Culottes»).

Σιγά – σιγά ανήλθε στην ιεραρχία της Εθνοφρουράς και κατέληξε στρατηγός της και Γενικός Διοικητής των ενόπλων δυνάμεων των παρισινών Τμημάτων κατά την εξέγερση του Ιουνίου 1793 που έριξε τους Γιρονδίνους. Παρά το ότι οι Νταντών και Μπαρέρ είχαν ζητήσει την καθαίρεσή του μόλις 3 ημέρες μετά την εξέγερση, παρέμεινε στην θέση του χάρη στην υποστήριξη του ίδιου του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου (Maximilien Francois Marie Isidore de Robespierre,  1758 – 1794) και χαιρετίστηκε ως «Σωτήρας της Πατρίδας» («Sauveur de la patrie») από την πέννα του Μαρά, ο οποίος τον υπεραγαπούσε.

Την 1η Ιουλίου 1793 η Κομμούνα τον εξέλεξε μόνιμο αρχηγό των ενόπλων δυνάμεών της και έκτοτε διέμενε σε ένα δωμάτιο – γραφείο του δημαρχειακού μεγάρου, διακοσμημένο φανταχτερά και εξαιρετικά καθαρό (λέγεται ότι έδινε έμφαση στην καθαριότητα και ο ίδιος έκανε μπάνιο καθημερινά, κάτι το εξωφρενικό για τα δεδομένα της εποχής, και έκανε σχεδόν κατάχρηση της κολώνιας). Αντίθετα από το υποτιθέμενο «άξεστο» του χαρακτήρα του (όπως συνέφερε να τον περιγράφουν, ακόμα μάλιστα και ως «μεθύστακα», διάφοροι εχθρικοί συγγραφείς της εποχής, κυρίως βασιλόφρονες ή δεξιοί «Γιρονδίνοι», των οποίων τους ισχυρισμούς έχουν διαψεύσει οι ιστορικοί Mathiez και Soboul), όντας ένθερμος οπαδός του Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (του οποίου τα άπαντα είχε στην μικρή βιβλιοθήκη του) επέδειξε εξαιρετικό ήθος και αφοσίωση στην υπόθεση της Επανάστασης, έμεινε μέχρι το τέλος πιστός στα ιδανικά του Ροβεσπιέρου (ιδίως στην πολιτική «Αρετή», «Vertu», με αποτέλεσμα οι εχθροί του να τον βρίζουν ως... ημίονο του Ροβεσπιέρου, «la bourique ? Robespierre»), ακόμη και μετά την καρατόμηση στις 24 Μαρτίου 1794 των εξτρεμιστών οπαδών του Εμπέρ (των «H?bertists») με τους οποίους είχε στενότατες σχέσεις.

Το απόγευμα της τρομερής 9ης του μηνός Θερμιδόρ του 1794 προσπάθησε να κινητοποιήσει τις υπό αυτόν δυνάμεις προς διάσωση των συλληφθέντων ροβεσπιεριστών (οι πραξικοπηματίες στην Εθνοσυνέλευση είχαν ζητήσει, δια στόματος Μπιγιό Βαρέν,Billaud-Varenne, πρώτα από όλα την δική του σύλληψη). Επετέθη ο ίδιος στα κρατητήρια της Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας επικεφαλής ολιγάριθμων ενόπλων, συνελήφθη και αυτός για λίγες ώρες, απελευθερώθηκε από τον Κοφινάλ (Jean-Baptiste Coffinhal, 1762 - 1794) και στο τέλος τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή των πραξικοπηματιών στο Δημαρχείο του Παρισιού (λογομάχησε με τον Κοφινάλ που τον κατηγόρησε ως «δειλό» και εκείνος τον έσπρωξε έξω από ένα παράθυρο).

Σχεδόν γυμνός και μισοπεθαμένος, με το ένα μάτι του βγαλμένο με ξιφολόγχη και λουσμένος στο ίδιο του το αίμα, μεταφέρθηκε στην καρμανιόλα την επόμενη ημέρα, στις 28 Ιουλίου 1794, και καρατομήθηκε σε ηλικία 33 ετών. Το σώμα του ρίχτηκε στον ίδιο ασβεστόλακκο του νεκροταφείου του Ερανσί (Errancis) που εξαφάνισε και τα άλλα σώματα των καρατομημένων ροβεσπιεριστών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Dauban Charles-Aim?, «La d?magogie ? Paris in 1794; Histoire de la rue, du club, de la famine», Paris, 1869

Hamel Ernest, «Histoire de Robespierre», 3 τόμοι, Paris, 1865 – 1867

Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή. Ροβεσπιέρος, Σαιν Ζυστ, Κουτόν», Αθήνα, 2007

 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ