«Forsan et haec olim meninisse juvabit!» («Ίσως μια μέρα αυτό θα είναι άξιο να το θυμούνται κάποιοι!»)
 

Ελεωνόρα Φονσέκα Πιμεντέλ (Eleonora Fonseca Pimentel, πλήρες όνομα Eleonora Anna Naria Felice de Fonseca Pimentel, Roma 13 Ιανουαρίου 1752 – Νapoli 20 Αυγούστου 1799). Πορτογαλικής καταγωγής Ιταλίδα ποιήτρια και επαναστάτρια, μάρτυρας της Δημοκρατίας. 

Γεννήθηκε στην Ρώμη από τον πορτογάλο ευγενή Don Clemente Henriquez de Fonseca Pimentel Chaves και την σύζυγό του Caterina Lopez de Leon και από νωρίς εξελίχθηκε σε παιδί – θαύμα, όντας ικανή να γράφει ποίηση και να διαβάζει λατινικά και αρχαία ελληνικά. Όταν γύρω στο 1760 το βασίλειο της Πορτογαλίας ήλθε σε προστριβές με τον πάπα, οι γονείς της έφυγαν από την Ρώμη και εγκαταστάθησαν στην Νάπολη, όπου από τα 20 χρόνια της μπήκε στους κύκλους διανοουμένων της πόλης και ανέπτυξε αλληλογραφία με πολλούς ακόμη πνευματικούς ανθρώπους, όπως λ.χ. με τον Ιταλό ποιητή στην βασιλική αυλή της Βιέννης Μεταστάζιο (Pietro Metastasio). Ήδη το 1768, σε ηλικία μόλις 16 ετών, είχε γράψει ένα «Επιθαλάμιον» με αφορμή τον γάμο του βασιλιά Φερδινάνδου με την αδελφή της Μαρίας Αντουανέτας Μαρία Καρολίνα, της οποίας μάλιστα έγινε αργότερα η προσωπική βιβλιοθηκάριος. 

Το 1778 παντρεύτηκε τον Πασκουάλε Τρία ντε Σόλις (Pasquale Tria de Solis), από τον οποίο απέκτησε έναν υιό, τον Φραντσέσκο, που όμως πέθανε πριν καν γίνει ενός έτους. Μετά από 6 χρόνια γάμου, κατά τα οποία έχασε ένα ακόμη αγέννητο παιδί όταν ξυλοκοπήθηκε έγκυος από τον βίαιο και έκφυλο σύζυγό της, αυτός της έδωσε τελικά διαζύγιο και στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της ασχολήθηκε ενεργά με το ζήτημα της κοινωνικοπολιτικής αλλαγής, προσχωρώντας στους ιακωβινικούς κύκλους της Νάπολης, που προετοίμαζαν το έδαφος για ανατροπή της μοναρχίας και εγκαθίδρυση δημοκρατικού πολιτεύματος κατά τα πρότυπα των Γάλλων ομοϊδεατών τους, αν και η ίδια τηρούσε μία αφελή άποψη περί μη βίαιης ανατροπής. 

Παρά την ρομαντική πίστη της στην μη βία, πολύ σύντομα έγινε στόχος της μοναρχικής αστυνομίας, η οποία είχε προ πολλού ξεκινήσει απηνή διωγμό κατά του Ιακωβινισμού. Στις 5 Οκτωβρίου 1798, έγινε έρευνα στο σπίτι της, στην βιβλιοθήκη του οποίου βρέθηκαν και βιβλία που είχαν χαρακτηριστεί απαγορευμένα, προπηλακίσθηκε, συνελήφθη, της απαγγέλθηκε κατηγορία «συμμετοχής σε ιακωβινική συνομωσία» και κλείστηκε στην φυλακή Βικάρια (Vicaria), από όπου όμως απελευθερώθηκε από τους δημοκρατικούς στα τέλη του χρόνου, όταν ο γαλλικός στρατός του Championet ετοιμαζόταν πια να μπει νικητής στην Νάπολη και ηγήθηκε προσωπικά της επίθεσης στους μοναρχικούς που ήσαν κλεισμένοι στο κάστρο του Sant Elmo.  

Όταν στις 23 Ιανουαρίου 1799 ανακηρύχθηκε υπό την κάλυψη των γαλλικών όπλων η βραχύβια «Παρθενόπια Δημοκρατία» της Νάπολης («Repubblica Partenopea», 23 Ιανουαρίου 1799 – 13 Ιουνίου 1799), η Ελεωνόρα συμμετείχε ενεργά και ανοικτά στην οργάνωση και στήριξή της, συνέγραψε για λογαριασμό της τον «Ύμνο στην Ελευθερία» (ο οποίος δεν έχει διασωθεί) και θήτευσε από τις 2 Φεβρουαρίου έως τις 8 Ιουνίου 1799 ως εκδότρια της εφημερίδας των δημοκρατικών «il Monitore Napoletano», έχοντας εκδώσει συνολικά 35 κανονικά και 2 έκτακτα τεύχη. Μετά όμως από την ένοπλη κατάλυση της «Παρθενόπιας Δημοκρατίας» από τους υπό τον καρδινάλιο Ρούφο χριστιανομοναρχικούς, η Ελεωνόρα είχε την τύχη των υπόλοιπων ηγετών της. 

Δικάστηκε στις 17 Αυγούστου, καταδικάστηκε εις θάνατον και απαγχονίστηκε δημόσια στην Piazza Mercato της Νάπολης στις 20 Αυγούστου 1799, υπό τους πανηγυρισμούς του αποκτηνωμένου όχλου των «lazzaroni» («πάμφτωχων») για τα δικαιώματα των οποίων είχε αγωνιστεί («viva viva 'u papa santo, c'ha mannato i cannuncini, pe scaccia li giacubini!», «ζήτω, ζήτω ο άγιος πάπας, που μας έστειλε κανόνια, τους Ιακωβίνους για να διώξουμε!», τραγουδούσε το πλήθος μία ολόκληρη ημέρα που έμεινε το σώμα της κρεμασμένο). Ως κύριο «έγκλημά» της το μοναρχικό δικαστήριο θεώρησε το γεγονός ότι είχε «προβάλει δημοκρατικές ιδέες» και είχε κατηγορήσει σε ποίημά της που είχε γράψει το 1798 στην φυλακή την βασίλισσα Μαρία Καρολίνα για λεσβιασμό, αποκαλώντας την «τριβάδα βρωμερή» και συγκρίνοντάς την με την σύζυγο του Νέρωνος Ποπαία: «Rediviva Poppea, tribade  impura, d'imbecile tiranno empia consorte...». 

Η ίδια, που στο δικαστήριο είχε δικαιολογήσει την δράση της με την φράση «έπραξα όσα έπραξα για να είναι ελεύθερη η γη της Νάπολης» και επίσης αρνήθηκε να εξομολογηθεί με την φράση «δεν έχω διαπράξει καμία απολύτως αμαρτία», ζήτησε τουλάχιστον να αποκεφαλιστεί, όπως συνηθιζόταν για τους αριστοκράτες, το αίτημά της όμως δεν έγινε δεκτό από τους δολοφόνους της, που προτίμησαν να ακυρώσουν τα ίδια τους τα κοινωνικά δεδομένα (ήταν αδιανόητος ο απαγχονισμός ευγενούς και μάλιστα δημόσιος), παρά να μειώσουν την αυστηρότητά τους στην παραδειγματική τιμωρία των επαναστατών. Στην μοναξιά του κάθε προδομένου επαναστάτη, τα τελευταία λόγια της πριν της περάσουν την αγχόνη, προτίμησε να τα φωνάξει στα λατινικά, επαναλαμβάνοντας από τον Βιργίλιο: «Forsan et haec olim meninisse juvabit!» («Ίσως μια μέρα αυτό θα είναι άξιο να το θυμούνται κάποιοι!»). 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 

Croce Benedetto, «Eleonora de Fonseca Pimentel», Roma, 1887  

Giglioli Constance H. D., «Naples in 1799. An account of the revolution of 1799 and the rise and fall of the Parthenopean Republic», London, 1903 

Striano Enzo, «Il resto di niente. Storia di Eleonora de Fonseca Pimentel e della rivoluzione napoletana del 1799», Napoli, 1999 

Von Helfert Fr., «Fabrizio Ruffo, Revolution und Gegen - Revolution von Neapel, November 1798 bis August 1799», Wien, 1882 
 

 
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ